Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

M.

Είμαστε λάθος, μωρό μου.

Γιατί εσύ είσαι η θάλασσα κι εγώ είμαι ο αέρας και, όπως σου είχα πει μια νύχτα, όταν η θάλασσα και ο αέρας ερωτευτούν γεννάνε κύματα και τρικυμίες.

Γιατί όταν εγώ είμαι εδώ εσύ είσαι εκεί και όταν εσύ είσαι εδώ εγώ είμαι εκεί, μα το "εδώ" και το "εκεί" δε θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο μέρος.

Αυτό το κείμενο δεν σου αξίζει. Με κατέστρεψες με πολύ περισσότερους τρόπους απ' ότι μπορείς να φανταστείς. Με έσπασες σε αμέτρητα κομμάτια και, μάντεψε, παραμένω σπασμένος και, απ' ότι φαίνεται, ηλίθιος.

Κι όμως, η φωνή σου αντηχεί ακόμα στο μίζερο δωμάτιό μου. Η μουσική που παίζαμε κείτεται νεκρή στο κρύο πάτωμα δίνοντάς ψυχή σε κάθε τρίξιμο του ξύλου και η κιθάρα μου ακόμα προσπαθεί μάταια να συγχρονιστεί με το πιάνο σου. Το κρεβάτι μου θυμάται τη μυρωδιά σου όσες φορές και αν έχω προσπαθήσει να διώξω το φάντασμά σου από τα σεντόνια με το πεζό, άψυχο άρωμα του απορρυπαντικού που υπόσχεται μυρωδιές ανθών αλλά δε φτάνει ποτέ τη δική σου. Ακόμα και οι ξεβαμμένοι τοίχοι δεν μπορούν να συνηθίσουν στην απουσία της ανάσας σου επάνω τους και πλέον μόνο σαπίζουν από τον καπνό που βγαίνει από τη δική μου. Εντελώς ειρωνικά, όπως μου αρμόζει,  η απουσία σου σε έχει κάνει μόνιμη κάτοικο του δικού μου προσωπικού χώρου. Είσαι παντού.

Υπήρχαν μέρες που τα μάτια σου ήταν ο γαλαξίας μου. Μέσα σε αυτά υπήρχαν αμέτρητοι κόσμοι, εκατομμύρια αστέρια σαν φάροι στον ουρανό σου που με οδηγούσαν σε μέρη και ταξίδια που όμως δεν έγιναν ποτέ. Γιατί, μωρό μου, ο χρόνος μας ήταν πολύ λίγος για να πραγματοποιήσει τόσα λόγια που ξεχύθηκαν σαν χείμαρροι υποσχέσεων και ναυαγισμένων συναισθημάτων. Τώρα τα μάτια σου είναι θολά, κλεισμένα προσεκτικά σε ένα κουτάκι σε κάποιο σκοτεινό και σκονισμένο αδιέξοδο του μυαλού μου που δε θέλω να επισκεφθώ κι όμως κάθε δρόμος οδηγεί σαδιστικά μπροστά του.

Το κομμάτι σου μέσα μου ουρλιάζει, καίει σαν ανεξέλεγκτη φωτιά και με ξεσκίζει προκειμένου να ξαναενωθεί με το δικό μου κομμάτι μέσα σου. Ξέρω πως εσύ έχεις σκοτώσει βίαια το δικό μου προκειμένου να μη βρεθείς ποτέ σε αυτή τη θέση, εάν και εφόσον του επέτρεψες ποτέ να ζήσει. Ξέρω πως το "εμείς" είναι πια νεκρό, όμως τα ονόματά μας θα είναι για πάντα χαραγμένα σε ένα ξύλινο προσκέφαλο ενός κρεβατιού στο αγαπημένο μας ξενοδοχείο της δικής μας πόλης όπου όταν τα βλέπουν ερωτευμένα ζευγάρια σαν τους παρελθοντικούς μας εαυτούς είτε θα μας κοροϊδεύουν, είτε θα σκηνοθετούν στο μυαλό τους τη δική μας ιστορία δίχως να γνωρίζουν το πραγματικό της τέλος. Καλύτερα έτσι.

Θα ήθελα να είμαι ο αέρας που περνά από το παράθυρό σου όταν βρίσκεσαι στο κρεβάτι με τον νέο "εγώ". Θα ήθελα να ακούσω τα λόγια που σου ψιθυρίζει στο σκοτάδι και σε κάνουν να του χαρίζεις το χαμόγελό σου, γνωρίζοντας κατά βάθος πως τα λόγια αυτά μου ανήκουν. Θα ήθελα να περάσω για άλλη μια φορά από τη θάλασσά σου, γεννώντας ξανά τα κύματα που εγώ δεν μπόρεσα να νικήσω και εάν εκείνος τα νικήσει, να χαθώ για πάντα στην άπνοια.

Κυρίως όμως, θα ήθελα να περάσω από το πρόσωπό σου και να φορέσω για μια τελευταία φορά τα δαχτυλίδια των μαλλιών σου.

Σ' αγαπώ.
Κι ας μην σου αξίζει.




Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Ένας Xρόνος Χαμένος στη Θάλασσα




Είναι από αυτά τα περίεργα απογεύματα που ανυπομονείς να τελειώσουν.
Που κάθε πέντε λεπτά κοιτάζω το ρολόι νομίζοντας πως έχει περάσει μια αιωνιότητα. Και ανάμεσα στα πεντάλεπτα νιώθω  πως μεγαλώνω όλο και περισσότερο.

Αυτή τη στιγμή θα ήθελα να βρίσκομαι στην Αθήνα. Καθισμένος σε κάποιο παγκάκι της πλατείας Συντάγματος να καπνίζω και να παρακολουθώ τον κόσμο να ζει. Τα ερωτευμένα ζευγαράκια, τις παρέες, τους ανθρώπους που μηχανικά κινούνται από και προς τις δουλείες τους… Ακόμα και τα αδέσποτα που κάθε τόσο κερδίζουν ένα χάδι από κάποιον περαστικό ή λίγο κουλούρι από τους πλανόδιους έξω από το μετρό. Για κάποιο λόγο νιώθω έναν συσχετισμό με τα αδέσποτα ζώα, ακόμα και αν αυτό ακούγεται ίσως αφιλότιμο προς πραγματικά στερημένους ανθρώπους. Απλώς κάθε φορά που κάποιο από αυτά τα πλασματάκια με κοιτάζει στα μάτια νιώθω ένα μέρος μου να το καταλαβαίνει απόλυτα. Και να πεθαίνει. Ίσως απλά να είμαι πολύ φιλόζωος. Σίγουρα πάντως είμαι περισσότερο αυτό παρά φιλάνθρωπος.

Θα ήθελα να ανεβοκατεβαίνω άσκοπα την Ερμού και να χάνω τον εαυτό μου στα εντυπωσιακά φώτα των μαγαζιών που αποπλανούν τα ρεύματα του κόσμου υποσχόμενα ζέστη και όμορφα πράγματα που κανείς δεν χρειάζεται. Αυτά τα φώτα πάντα μου προκαλούν μια ανεξήγητη αίσθηση χαράς και μελαγχολίας ταυτόχρονα όταν τα βλέπω αναμμένα αφού έχει πέσει ο ήλιος. Ίσως αυτός να είναι και ο σκοπός τους. Δεν με νοιάζει ιδιαίτερα. Θα έμπαινα κι εγώ για να παρακολουθήσω τους ανθρώπους να χαμογελούν λες και αυτό που μόλις αγόρασαν είναι η ίδια η ευτυχία μαζεμένη και συμπυκνωμένη σε υλική υπόσταση.

Έπειτα θα κατέβαινα στο Μοναστηράκι και θα ακολουθούσα τα στενάκια της Πλάκας. Άλλα εμπορικά, γεμάτα κόσμο που προσπαθεί να διαλέξει καφετέρια για να σκοτώσει τις επόμενες δύο ώρες της ζωής του ξεχνώντας αυτό που τον απασχολεί και θα συνεχίσει να ξεσκίζει το μυαλό του το δευτερόλεπτο που θα βρεθεί μόνος του στο μετρό της επιστροφής για να γυρίσει «σπίτι». Άλλα άδεια, τόσο άδεια που θα φοβόμουν να κυκλοφορήσω μόνος. Κλειστοί αρχαιολογικοί χώροι γύρω γύρω αποτελούν την κατοικία ταλαιπωρημένων πέτρινων κτισμάτων που αν κάνεις πολύ ησυχία μπορείς να τα ακούσεις να σου τραγουδούν ψιθυριστά για εποχές περασμένες και νεκρές.

Ίσως μια τέτοια βόλτα θα με βοηθούσε να ξεχαστώ. Να χαθώ για λίγο σε στενά του μυαλού μου που δεν περιπολούνται από φρικιαστικά τέρατα που περιμένουν ανυπόμονα να ξαναπαίξουμε κυνηγητό. Ξέρω όμως πως μόλις θα κατέβαινα της κυλιόμενες για να γυρίσω «σπίτι» θα ξαναεμφανίζονταν και αυτό μου φαίνεται χειρότερο από το να τα έχω πάντα εκεί. Γιατί όταν καταφέρνω να ξεχαστώ και να νιώσω ασφαλής, η πραγματικότητα με ξεσκίζει πολύ περισσότερο όταν την αντικρίζω και πάλι.

Οπότε θα μείνω μέσα. Θα μείνω σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο καπνίζοντας και παρατηρώντας τον καπνό προσποιούμενος ότι είναι οι περαστικοί του Συντάγματος. Και θα γράψω αυτό το κείμενο με ανάμικτα συναισθήματα μιας και ενώ δεν το είχα καταλάβει, πριν 21 μέρες το blog αυτό έκλεισε έναν χρόνο ζωής. 

Χρόνια μας πολλά.




Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Φοβάμαι


Πάει καιρός.
Γεια σου και πάλι, είμαστε εγώ κι εσύ.
Περίπου όπως ήταν πάντα.

Ξέρεις κάτι;
Δεν νιώθω τίποτα.

Κάνει κρύο. Άραγε εσύ που διαβάζεις μπορείς να μυρίσεις το κρύο; Εγώ μπορώ, μου μυρίζει σαν κάτι ευχάριστα καμμένο και μου ξυπνάει αμέτρητα συναισθήματα. Μόνο που τώρα ούτε καν αυτό δεν μπορεί να προκαλέσει κάτι μέσα μου. Το είναι μου έχει πέσει σε έναν τρομακτικό λήθαργο και δεν λέει να ξυπνήσει. Μα γιατί δεν μπορώ να νιώσω κάτι;

Το κρύο που μυρίζω δεν είναι μόνο έξω από το μπαλκόνι μου πλέον αλλά και μέσα στο κορμί μου. Δεν νιώθω τίποτα. Η φωτιά μου έχει πεθάνει καιρό τώρα. Ίσως και να την πήρε μαζί της Εκείνη όταν πέταξε. Χρειάζομαι κάποιον να μου δώσει  έστω μια μικρή σπίθα για να ξαναζωντανέψει η φλόγα. Όμως δεν υπάρχει κανείς. Ποιος θα χαράμιζε μια σπίθα του για εμένα όμως όπως και να ’χει; Δεν αξίζει και το γνωρίζω πολύ καλά. Δεν διαμαρτύρομαι. Απλά φοβάμαι.

Φοβάμαι το τίποτα που με περικλείει.
Φοβάμαι το τίποτα που έχω γίνει.
Φοβάμαι τον εαυτό μου.
Φοβάμαι τη μοναξιά που με σκοτώνει.

Γράφω ασυναρτησίες.
Τυλίγομαι στον καπνό και πεθαίνω.
Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω.

Είσαι κοντά κι όμως τόσο μακριά… Όποιος και αν είσαι.


Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

The Winner Takes It All


Και  στο τέλος τι μένει;

Όταν τελειώσει το παιχνίδι;
Όταν σταματήσει ο χορός;
Όταν το πρώτο πρωινό φως ραγίσει τη νύχτα;
Όταν φτάσουμε στο φωτεινό τέλος του τούνελ;
Όταν το φθινόπωρο σκοτώσει το καλοκαίρι;
Όταν το τραγούδι τελειώσει για πάντα;

Τότε κάποιος πρέπει να νικήσει.
Και για να νικήσει ο ένας από εμάς, ο άλλος θα πρέπει να χάσει.
Ο ένας θα βγει ζωντανός και ο άλλος θα κρεμάσει το κεφάλι.
Θα πέσει.
Γιατί ΠΡΕΠΕΙ να πέσει.
Ο χαμένος πάντα πρέπει να πέσει.
Γιατί ο χαμένος είναι εξίσου ζωντανός με έναν νεκρό.

Πες μου λοιπόν.
Ποιος νίκησε;
Ποιος έχασε;

Ένα έχει σημασία.

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΑ.


Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Παρ - Ψευδ - Αισθήσεις


  
Έχει κάτι περίεργο τούτη η νύχτα…
 Κάτι ακόμα και μυστικιστικό θα μπορούσες να πεις. Πρώτο ξημέρωμα καλοκαιριού.
Νιώθω όλες τις δυνάμεις του σύμπαντος να ενεργοποιούνται ψηλά στον ουρανό και κάτι μου λέει πως εάν δεν ήταν το νέφος της Αθήνας να μολύνει το αγνό μαύρο της νύχτας με μια ασθενική πορτοκαλί ομίχλη σαν τη στερνή ανάσα ενός ετοιμοθάνατου θα μπορούσα κιόλας να τις δω. Αντί γι’ αυτό, μόνο τα αχνά φώτα της πόλης τρεμοπαίζουν σαν ένα ακίνητο σμήνος από αμέτρητες πυγολαμπίδες. Στη νύχτα, τα φώτα του κέντρου μοιάζουν τόσο κοντά, παρόλο που στο φως της ημέρας απέχουν 10 στάσεις του μετρό…

Κατάρα, το δωμάτιο φαίνεται τόσο μικρό. Σαν φυλακή με πολλές φθαρμένες αφίσες και ελευθερία εισόδου-εξόδου. Όμως δεν θέλω να βγω γιατί πίσω από την πόρτα περιμένει ένα σπίτι κρύο, νεκρό, πιο σκοτεινό και από την ίδια τη νύχτα. Εδώ μέσα τουλάχιστον έχω το κερί που καίει να μου κρατάει συντροφιά και να ποτίζει τον χώρο με μια απροσδιόριστη μυρωδιά που όμως με κάνει να ξεφεύγω. Τα έπιπλα είναι τόσο παλιά και οι τοίχοι είμαι σίγουρος πως έχουν να πουν ο καθένας από μια ντουζίνα ιστορίες. Κάποιες θα σε τρομάξουν, κάποιες θα σε κάνουν χώμα και κάποιες θα σε αφήσουν αδιάφορο. Όλες όμως θα ντύνονται μουσικά από το τρίξιμο του σαπισμένου κρεβατιού, άλλο ηδονής και άλλο ανήσυχου ύπνου με εφιάλτες.

Το ασπρόμαυρο χαλί ορίζει το σκηνικό: Ένας μουντός, στενός, άδειος δρόμος μέσα στη νύχτα. Τα χρώματα αντικατεστημένα από τόνους του μαύρου, λευκού και γκρίζου που ξεχωρίζουν χάρη σε μια ξεχαρβαλωμένη λάμπα που δίνει την τελευταία της παράσταση προτού να καεί και να σβήσει για πάντα. Στη μέση του δρόμου, εγώ. Πρωταγωνιστής παλιάς ταινίας στη μέση ενός άδειου δρόμου δίχως τέλος. Ίσως και δίχως αρχή, πού να ξέρω; Ούτως η άλλως δεν επιδίωξα να βρεθώ εδώ. Το μόνο που ξέρω είναι πως θα μείνω μέχρι η λάμπα να πεθάνει.

Μα τι στο διάβολο είναι αυτό το βουητό; Αισθάνομαι σαν να στροβιλίζεται γύρω μου ένα σμήνος διψασμένα κουνούπια, όχι αυτά που ρουφούν αίμα αλλά εκείνα που τρέφονται από κάθε ίχνος συναισθήματος που έχεις μέσα σου. Και αφού σε στραγγίξουν από αυτά, προχωρούν στην ψυχική σου υγεία. Μέχρι που αφού τελειώσουν μαζί σου νομίζεις πως τα φώτα του αυτοκινήτου που πλησιάζει είναι τα μάτια του αγγέλου που έψαχνες τόσο καιρό και ρίχνεσαι εμπρός του με ένα γαλήνιο χαμόγελο στα χείλη. Όμως όχι απόψε. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Γιατί η λάμπα ακόμα καίει. Τα κουνούπια φεύγουν…

Έπειτα το τετράδιο. Το τετράδιο που βρίσκω να κείτεται σαν παρατημένο κουφάρι στην άκρη του δρόμου. Το σηκώνω και το ανοίγω. Άδειο… Λευκές σελίδες που περιμένουν να τις γεμίσει κάποιος ή κάτι με γράμματα, σχέδια, ιστορίες ή ζωγραφιές. Μπορώ να αφήσω ένα μήνυμα για τον επόμενο που θα βρεθεί ξαφνικά και άθελά του στον ίδιο ασπρόμαυρο δρόμο σαν τα βιβλία εντυπώσεων που έχουν στα ξενοδοχεία. Βέβαια, δεν νομίζω πως έχω και πολλά να πω σε κάποιον που θα κάνει απροειδοποίητο check-in στο ξενοδοχείο της παράνοιας και θα κλείσει για σουίτα την θέση του πεζοδρομίου κάτω από την λάμπα όπου τώρα βρίσκομαι εγώ καθισμένος. Εξάλλου δεν έχω στυλό και ο μόνος τρόπος να γεμίσω τις σελίδες είναι με το αίμα μου. Όχι απόψε. Ή τουλάχιστον όχι ακόμα. Γιατί η λάμπα ακόμα δεν πέθανε. Το τετράδιο εξαφανίζεται…

Και τέλος η μορφή. Μια σιλουέτα που εμφανίζεται δίχως να κάνει τον παραμικρό θόρυβο στο σημείο του δρόμου όπου το φως της λάμπας εξασθενεί και καταπίνεται από το σκοτάδι. Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπο. Στέκεται εκεί και με κοιτάει σαν να περιμένει κάτι από εμένα, μα όσο και αν φωνάζω δεν μου απαντά. Θα έδινα τα πάντα για να ακούσω την φωνή της ύπαρξης που ακόμα και αν δεν φαίνεται, γνωρίζω πως με καρφώνει με τα μάτια της και βλέπει κατευθείαν μέσα μου. Νιώθω κάτι υγρό στο μάγουλό μου και συνειδητοποιώ πως έχω δακρύσει χωρίς προφανή λόγο. Τότε η λάμπα αρχίζει να τραγουδάει έναν συριχτό σκοπό και το καταλαβαίνω. Προτού πεθάνει, καταφέρνει μια τελευταία δυνατή αναλαμπή που για ένα δευτερόλεπτο αποκαλύπτει τη μορφή μπροστά μου προτού όλα βυθιστούν στο έρεβος. Χαμογελάω. Και χαμογελώντας, προχωρώ προς αυτόν…

Το κερί στο δωμάτιό μου αρχίζει να τελειώνει και θέλω να υπάρξει ξανά σύμμαχός μου σε κάποια επικείμενη νύχτα σαν κι αυτή, οπότε θα το σβήσω. Εξάλλου οι τοίχοι αρχίζουν να συγκλίνουν απειλητικά προς το μέρος μου και νομίζω πως πρέπει να κοιμηθώ προτού με φτάσουν…

Καληνύχτα.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

There is a Hell, Believe me I've Seen It



Κοιτάζω επίμονα στον καθρέφτη.
Λες και υπάρχει περίπτωση να αλλάξει κάτι σε αυτό που βλέπω.
Ή μήπως υπάρχει;
Οι καιροί άλλαξαν και άλλαξα κι εγώ μαζί. Το πέρασμα του χρόνου με ξέσκισε σαν ένα νεαρό δέντρο με υποανάπτυκτο  κορμό που δεν άντεξε να σταθεί κόντρα στον πεινασμένο άνεμο και έσπασε στα δύο.

Είμαι 19. Γαμώτο μου, είμαι 19. Γιατί όμως αυτή τη στιγμή νιώθω 100;

Μια από αυτές τις μέρες. Οι μέρες που εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα κάτι σπάει μέσα σου σαν ένα ουρλιαχτό που σκίζει την ησυχία της νύχτας και σκέφτεσαι πως δεν έπρεπε ποτέ να σηκωθείς από το κρεβάτι. Ο δαίμονας που έχει κουλουριαστεί στην πιο ζεστή γωνιά του μυαλού μου αποφάσισε να ξυπνήσει για να τραφεί από τα καλύτερα κομμάτια του εαυτού μου. Και αυτός ο δαίμονας χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από έναν εξορκιστή για να φύγει. Όσο τον τρέφω άθελά μου, τόσο αυτός θα απολαμβάνει την κατοικία του και θα διεκδικεί την πνευματική μου υγεία. Και στη μάχη αυτή ξέρω πολύ καλά ποιος θα κερδίσει.

Σπασμένα γυαλιά. Ρολόγια με σταματημένους τους δείκτες. Εικόνες τρέλας και παράνοιας κατακλύζουν το κεφάλι μου και το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ. Δεν ξέρω όμως αν τα όνειρά μου θα με ταξιδέψουν σε κάποιο μαγικό κόσμο με ασημένια ποτάμια ή σε μια κόλαση όπου όλα τα φαντάσματά μου θα με περιμένουν με ανοιχτή αγκαλιά και ξυράφια στα χέρια, έτοιμα να με τιμωρήσουν. Η κόλαση είναι αστείο πράγμα. Δεν είναι ένα μέρος. Είναι ιδιαίτερη για τον καθένα, με ξεχωριστό χρώμα, ξεχωριστό αέρα και ξεχωριστούς διαβόλους. Δημιουργούμε την δική μας κόλαση και μπαίνουμε σε αυτή χωρίς καμία προειδοποίηση. Μας καλεί σαν σειρήνα που μαγεύει με το μακάβριο τραγούδι της κι εμείς υπνωτισμένοι ακολουθούμε το κάλεσμα. Μέχρι που ο κόσμος γύρω αρχίζει να ξεφτίζει, η πραγματικότητα καταρρέει και η υλική υπόσταση παύει να υφίσταται. Και η έξοδος διπλοκλειδώνεται.

Το πιο σημαντικό είναι πως η Κόλαση βρίσκεται μέσα μας.
Σαν μια εναλλακτική εκδοχή του εαυτού μας.

Αυτή που μας κοιτάζει επίμονα από την άλλη πλευρά του καθρέφτη.





Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Ο Δρόμος στο Σκοτάδι



Περπατάω χαμένος.
Ο Δρόμος στο Σκοτάδι.

Είναι νύχτα και εγώ ακολουθώ τις λάμπες του δρόμου που στέκουν μόνες τους (τόσο κοντά μα τόσο μακριά η μία από την άλλη, καταραμένες με ακινησία σαν δύο εραστές που δεν μπορούν ποτέ να σμίξουν) όπως οι νυχτοπεταλούδες υπνωτίζονται από το φως και το ακολουθούν μέχρι να καούν. Ένας Θάνατος που αξίζει τα πάντα. Ένας Θάνατος στο φως είναι προτιμότερος από μία Ζωή στο σκοτάδι, δεν νομίζεις;

Τα πόδια μου προχωρούν μηχανικά – το μυαλό μου είτε ταξιδεύει σε κόσμους δικούς μου, μυστικούς είτε έχει κατεβάσει μαύρα πέπλα για να ναρκωθεί και να σωπάσει το Χάος. Ο Δρόμος στο Σκοτάδι φαίνεται να μην τελειώνει ποτέ, μια απέραντη μαύρη ευθεία που οδηγεί στο απόλυτο τίποτα. Ίσως και να οδηγεί σε Εσένα. Δεν θυμάμαι πλέον αν ξεκίνησα να πηγαίνω κάπου και έχασα τον δρόμο μου ή αν αυτός εδώ ήταν από την αρχή ο δικός μου δρόμος. Λες και έχει σημασία…

Δεν ξέρω τι με σπρώχνει όλο και περισσότερο προς την παράνοια, η υπερβολικά αφύσικη ησυχία στον δρόμο μιας πόλης ή οι φωνές που νομίζω πως ακούω. Τα πάντα με καλούν. Τα δέντρα, τα στενάκια, οι σκόρπιες αδέσποτες γάτες και τα αερικά με προσκαλούν να πάω κοντά τους και να παίξω τον ρόλο μου στο παρανοϊκό θεατρικό που έχουν στήσει μέσα στη νύχτα σαν μεταμεσονύκτιος θίασος. Τα πάντα είναι ζωντανά τη νύχτα, αρκεί να μπορέσεις να τα ακούσεις. Και εάν τα ακούσεις, πρέπει να προσέξεις. Εάν δεν τα ακούσεις, τότε το μόνο που σπάει την εκκωφαντική ησυχία είναι ο ήχος των βημάτων σου που συνεχίζουν ασταμάτητα. Ακόμα και αυτός όμως ο μονότονος, κρουστός ήχος είναι αρκετός για να με τρελάνει.

Σταματάω. Ανάβω τσιγάρο. Ρουφάω καπνό, φυσάω καπνό και τίποτα δεν αλλάζει. Περιμένω στο σκοτάδι. Ο καπνός μου σχηματίζει εικόνες και διηγείται ιστορίες για νεκρές αγάπες και χαμένους εραστές. Τις παρακολουθώ προσεκτικά καθώς ξεθωριάζουν στον αέρα μπροστά στα μάτια μου και νιώθω την κάθε μια από αυτές μέσα μου. Ένας χείμαρρος συναισθημάτων ξεχειλίζει και σπάει το φράγμα της λογικής μου, προτού μετατραπεί σε έναν καταρράκτη που τσακίζει οτιδήποτε τολμήσει να βρεθεί από κάτω. Τότε η καύτρα μου καίει τα δάχτυλα και με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Το τσιγάρο σβήνει. Συνεχίζω να περπατώ.

Περίμενα και απόψε.

Ίσως ο Δρόμος στο Σκοτάδι να υπάρχει μόνο στο μυαλό μου. Να μην είναι αληθινός. Εγώ όμως συνεχίζω να τον περπατώ και κάθε φορά στέκομαι και περιμένω.

Περιμένω Εσένα.

Γιατι ξέρω πως κι Εσύ, όποιος και αν είσαι, όπου και αν είσαι, περπατάς κι Εσύ τον δικό σου Δρόμο στο Σκοτάδι. Κι Εσύ σταματάς και περιμένεις. Γιατί ξέρεις πως δεν είσαι ο μόνος.

Και ίσως, απλά ίσως, κάποια νύχτα οι Δρόμοι μας να ενωθούν και να σε βρω να περιμένεις.
Ή Εσύ να βρεις εμένα και να μοιραστούμε μαζί ένα τσιγάρο.
Δεν ξέρω ποιος είσαι. Δεν ξέρω καν αν είσαι άντρας ή γυναίκα. Μπορεί να μην σε δω ποτέ ή να μην μεθύσουμε ποτέ μαζί.
Αλλά αυτή τη στιγμή, σ' αγαπώ.