Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

All Alright


Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά.
Τουλάχιστον όχι μέσα μου.
Κάποτε ήθελα να αλλάξω τα πάντα. Και θα το έκανα.

Ο δρόμος ήταν μουντός και σκοτεινός, όμως εγώ θα τον έβαφα. Διάολε, ακόμα και αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω το αίμα μου για χρώμα, εγώ θα τον έβαφα.
Θα έσπαγα το σκοτάδι που με τρομοκρατούσε και έσφιγγε σαν παγωμένο χέρι την καρδιά μου. Θα απελευθερωνόμουν από τη λαβή του ακόμα και αν χρειαζόταν να ανάψω φωτιά στο κορμί μου και να γίνω εγώ το φως.
Θα μεταμόρφωνα τις νυχτερίδες που πετούσαν σπασμωδικά γύρω από εκείνη τη σκονισμένη λάμπα του δρόμου σε πολύχρωμες πεταλούδες.
 Θα έδινα πνοή από την πνοή μου στα μαραμένα λουλούδια στην άκρη του πεζοδρομίου για να ξαναποκτήσουν  το ζωηρό τους χρώμα.
Θα άλλαζα τις στάχτες του τσιγάρου μου με χρυσή σκόνη που θα μου δώριζε κάποια ευγενική νεράιδα επειδή με λυπόταν.
Θα έκανα τους Δαίμονες που με περίμεναν ανυπόμονα να τους δοθώ να τυλιχθούν μέσα στα ξεσκισμένα τους φτερά και να βγουν από μέσα φωτεινοί άγγελοι.
Θα άγιαζα τις κατάρες που με βάραιναν, σαν πέτρες στις τσέπες μου ενώ βυθιζόμουν σε θάλασσες δίχως ζωή, και θα γίνονταν ευλογίες.
Θα έδιωχνα τα γνώριμα Φαντάσματα που με ακολουθούσαν σαν μόνιμη παρηγοριά σε κάθε μου στιγμή για να δώσω τη θέση τους στα καινούργια.
Κάποτε ήθελα να αλλάξω τα πάντα. Και θα το έκανα.
Μπορεί να μου πήρε πολύ καιρό.
Όμως είναι πολύ ωραίο να μπορείς να λες πως είσαι καλά.
Και, ξέρεις κάτι…;
Είμαι καλά.
Είναι όλα καλά.

*Τελευταίες γραπτές σκέψεις-απολογισμός  για το 2011. Καλή Πρωτοχρονιά και Καλή Χρονιά*

 

 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Σιωπή


Κοιταζόμαστε με βλέμμα κενό.
Αναρωτιέμαι τι βλέπεις όταν με κοιτάς.
 Πάω στοίχημα πως κι εσύ αναρωτιέσαι τι βλέπω εγώ.
Οι λέξεις έχουν στερέψει καιρό τώρα, όλες καταναλώθηκαν και πέταξαν μακριά. Κάποτε πετούσαν σαν πολύχρωμες πεταλούδες στα λουλούδια που ανταλλάσαμε, πλέον όμως ανοίγουν μαύρα φτερά σαν κοράκια και τρέφονται με το κουφάρι των συναισθημάτων μας.
Οι αισθήσεις έχουν όλες μουδιάσει. Η όραση έχει χαθεί πίσω από δάκρυα που στολίζουν τις βλεφαρίδες σαν μπάλες σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η αφή έχει νεκρώσει μετά από όλες τις φορές που αγγίξαμε ο ένας το φλεγόμενο κορμί του άλλου και καήκαμε προκειμένου να αναγεννηθούμε από τις στάχτες. Η ακοή εξαντλήθηκε από όρκους και ποιητικές εξομολογήσεις που βούτηξαν σε θάλασσα δίχως πάτο και αφέθηκαν να βυθίζονται αιώνια. Η γεύση αλλοιώθηκε από τα αμέτρητα τσιγάρα αφού εξερεύνησε κάθε πτυχή των κορμιών μας και δεν άφησε τίποτα καινούργιο. Και η όσφρηση συνήθισε τόσο πολύ στο άρωμά μας που μας εγκατέλειψε για να ταξιδέψει στις νέες μυρωδιές του επόμενου έρωτα.
Η σιωπή δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Κάποιες φορές είναι προτιμότερο να παραμένουμε σιωπηλοί παρά να προσπαθούμε μάταια να γεμίσουμε την απόσταση μεταξύ μας με άσκοπα λόγια. Η σιωπή όμως που δεν υποφέρεται είναι εκείνη που μέσα της κρύβει όλα όσα θέλουμε να ξεχάσουμε.

Υποσχέσεις αστείρευτης αγάπης που δεν κρατήθηκαν ποτέ από καμία μεριά. Ψέματα που σαν ξυράφια πλήγωσαν την σάρκα του «εμείς»  και απομάκρυναν οριστικά το «εγώ» από το «εσύ». Παγωμένα  φιλιά, αδιάφορα αγγίγματα και δίχως συναίσθημα γαμήσια που έφθειραν τα αγγελικά φτερά που φορούσαμε και μας έριξαν σταδιακά στην προσωπική μας κόλαση.

Και τώρα η φλόγα του κεριού μας έχει σβήσει, αφού ο άνεμος του χρόνου την έκλεψε και την διεκδίκησε ξεδιάντροπα και βίαια. Η αυλαία πέφτει δίχως χειροκρότημα και ένας ένας οι θεατές αποχωρούν σιωπηλά με σκυφτό το κεφάλι, όπως τα «σ’ αγαπώ» που έχασαν τον δρόμο τους και έγιναν φαντάσματα που θα μας στοιχειώνουν για πάντα τα όνειρα και τις αναμνήσεις.
Και τώρα τα φώτα σβήνουν.
Με κοιτάζεις.
Σε κοιτάζω.
Σκοτάδι…