Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Η Φωτιά


Έδιωξα τον άγγελό μου. Του είπα ψέματα πως πλέον δεν τον χρειάζομαι, δεν χρειάζομαι πια φύλακα. Τον έστειλα να τραγουδήσει τα τραγούδια του σε κάποιον καινούργιο. Τον έπεισα πως δεν υπάρχει θέση στο πλάι μου για αυτόν. Και τότε εκείνος έκλαψε αίμα και εγώ γέλασα. Γέλασα όσο δεν είχα γελάσει ποτέ στη ζωή μου και τον χλεύασα δίχως δισταγμό. Σκούπισε το αίμα από το πάλλευκο πρόσωπό του, με κοίταξε με μάτια θολωμένα από οίκτο και αφού μου γύρισε την πλάτη, τίναξε τα περήφανα φτερά του και αποκολλήθηκε από τη γη κατευθυνόμενος προς τον χρυσαφένιο ήλιο. Στο σημείο από όπου ξεκίνησε την άνοδό του έπεσαν απαλά δύο πούπουλα από τις μεγαλόπρεπες φτερούγες που κοσμούσαν τη ράχη του. Έσκυψα και τα μάζεψα, τα κράτησα σαν φυλαχτό. Κομμάτι της ψυχής μου…
Έσπασα τις κιθάρες μου. Σήκωσα με στοργή την πρώτη μου κιθάρα, την ταστιέρα της οποίας είχα ποτίσει με το αίμα των δακτύλων μου, όπως μία μάνα σηκώνει στην αγκαλιά το νεογέννητο παιδί της και χάιδεψα το ξύλο της. Κι εκείνο ανταπέδωσε το χάδι γεμίζοντάς με αναμνήσεις, απογοητεύσεις και επιτυχίες. Λύπη και χαρά. Θάνατο και Ζωή. Την φίλησα με νοσταλγία και δίχως να διστάσω στιγμή την έφερα με όλη μου τη δύναμη στη δεύτερη κιθάρα μου, το όνειρο της βιτρίνας επί δύο χρόνια. Στη σύγκρουση τα ξύλα έσπασαν, σκόνη σκόρπισε στον αέρα και σκλήθρες εκτοξεύτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Υπήρξε ήχος. Σάπιες μελωδίες, κατεστραμμένοι σκοποί, απροσδιόριστος θόρυβος και διαστρεβλωμένα κύκνεια άσματα των οργάνων. Οι κιθάρες έπεσαν με γδούπο στο πάτωμα αγκαλιασμένες στην παρακμή και το θάνατο σαν σχιζοφρενείς εραστές που αυτοκτόνησαν μαζί. Πήρα στα χέρια μου τα ξύλινα κουφάρια που ακόμα μύριζαν από τη ζωή που πριν λίγο τα διέτρεχε και ξήλωσα βίαια τις χορδές και από τα δύο όργανα. Τις μάζεψα σαν φυλαχτό. Κομμάτι της ψυχής μου...
Έσκισα τα χαρτιά μου. Κάθε μου κείμενο, κάθε ποίημα και κάθε στίχο. Και κάθε ζωγραφιά. Χαρτιά στα οποία είχα εναποθέσει τμήματα του εαυτού μου, κάθε χαρτί και ένα ξεχωριστό  κομμάτι. Ζούσα μέσα σε κάθε λέξη, κάθε γράμμα, κάθε τόνο, κάθε τελεία, κάθε γραμμή και κάθε λεκέ από τα δάκρυά μου. Ζούσα στο μελάνι, τον γραφίτη και το κάρβουνο που έντυναν τις άψυχες λευκές κόλλες και τους έδιναν ζωή. Τη δική μου ζωή. Μέσα από αυτά τα χαρτιά το «Εγώ» μου θα συνέχιζε ακόμα την ύπαρξή του ακόμα και όταν το σώμα μου θα σάπιζε μονάχο. Όχι όμως πια. Τώρα όλα θα χαθούν μαζί μου. Τα ξέσκισα πρώτα στα δύο, μετά στα τέσσερα και συνέχισα μέχρι να μην μπορώ να τα κομματιάσω περισσότερο. Κράτησα τα αμέτρητα λευκά κομματάκια του εαυτού μου στη χούφτα μου και τα μάζεψα σαν φυλαχτό. Κομμάτι της ψυχής μου...
Η Φωτιά. Πάντα την είχα στα χέρια μου και ποτέ δεν ήξερα πώς να τη χειριστώ. Προσπάθησα να το ελέγξω, αλήθεια, όμως η δύναμή της ήταν πάντοτε πιο δυνατή από τη δική μου. Έπαιξα ένα παιχνίδι εξ’ αρχής χαμένο με ψεύτικες ελπίδες να νικήσω, κάτι που φυσικά δεν έγινε ποτέ. Έκαψα τους Φίλους μου. Τους έκαψα έναν έναν  μόνο για να δω τη Φλόγα να γεννιέται και να ζει. Εκείνοι καίγονταν ενώ εγώ τους παρακολουθούσα ασυγκίνητος και γελούσα. Υπέφεραν, κι εγώ γελούσα. Κάποια στιγμή όμως η Φλόγα πέθανε κι εγώ έμεινα μόνος. Η Φωτιά με νίκησε.
Τα Κομμάτια της Ψυχής μου. Τα συγκέντρωσα όλα μαζί και τα άφησα στο πάτωμα. Δύο φτερά από τον Φύλακα Άγγελό μου, οι Χορδές από τις Κιθάρες μου και τα Γραπτά Κομμάτια του Εαυτού μου. Τα πότισα με οινόπνευμα και άναψα τον αναπτήρα. Για άλλη μια φορά θα έβλεπα τη Φωτιά να γεννιέται και να ζει. Έκαψα τους Φίλους μου και έμεινα μόνος. Τώρα, θα κάψω την Ψυχή μου. Το Εγώ μου. Και μόλις η Φλόγα πεθάνει, θα γίνω σκόνη. Θα γίνω μια ανάμνηση, ένα όνειρο ή εφιάλτης, μια ευλογία ή μια κατάρα. Θα λυτρωθώ…  Άναψα τη Φωτιά και της ξαναέδωσα Ζωή.
Κοίταξα τον καθρέφτη και ψέλλισα «Νομίζω πως πεθαίνω…»
Και το είδωλο απάντησε «Μα είσαι ήδη νεκρός…»




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου