Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Change of Heart


Ξύπνησε απότομα σε κάποιο χώρο που είχε πλάσει το μυαλό της. Βρισκόταν βυθισμένη στο απόλυτο σκοτάδι και την εκκωφαντική σιγή, ενώ από μακριά το έρεβος έφθειρε ένα φως που υποδήλωνε μία έξοδο από το μέρος αυτό. Εκείνη χωρίς να χάσει χρόνο σηκώθηκε στα πόδια της και προσπάθησε να προσανατολιστεί και να κατευθυνθεί προς την έξοδο. Τότε ένιωσε κάτι απειλητικό να πλανάται στο χώρο γύρω της. Κανένας ήχος, καμία κίνηση, κανένα οπτικό ερέθισμα. Μόνο ένα έντονο συναίσθημα ελλοχεύοντος κινδύνου που την ωθούσε να βγει από το σκότος όσο πιο γρήγορα της επέτρεπε το σχεδόν μουδιασμένο της κορμί . Ξεκίνησε να περπατά προς το φως χωρίς να έχει καμία συναίσθηση του τι υπάρχει γύρω της.
 Όπως ακριβώς ζούσε και τη ζωή της. Πάντα κοιτούσε αυτό που προσδοκούσε να κερδίσει είτε αυτό ήταν αληθινό είτε ένα ψέμα που την είχε ταΐσει η κοινωνία και ο περίγυρός της, δίχως να δίνει την παραμικρή σημασία σε οτιδήποτε συνέβαινε και υπήρχε γύρω της, από ανθρώπους που ζούσαν παράλληλα με εκείνη μέχρι και ευκαιρίες για την ίδια που οι παρωπίδες της δεν την άφησαν να αδράξει. Όπως θα έλεγε ο Καβάφης, ζούσε για την Ιθάκη αγνοώντας το ταξίδι.
Καθώς περπατούσε, το συναίσθημα απειλής που είχε νιώσει πρωτύτερα όλο και διείσδυε μέσα της. Κάτι την πλησίαζε και εκείνη το ήξερε χωρίς να χρειαζόταν να το δει ή να το ακούσει. Το περπάτημά της μετατράπηκε σταδιακά σε τρέξιμο και ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο αγγελικό της πρόσωπο το οποίο είχε κυριευτεί από αγνό τρόμο. Ένιωθε ότι πρωταγωνιστούσε σε κάποια χαμηλού budget ταινία τρόμου, η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ χειρότερη. Ξαφνικά αισθάνθηκε μια υπερβολικά θερμή ανάσα να χαϊδεύει το πίσω μέρος του λαιμού της ενώ εκείνη έτρεχε και πανικοβλήθηκε. Χάνοντας τον έλεγχο του κορμιού της έπεσε στα γόνατα και προτού να προλάβει να ανακτήσει την ψυχραιμία και να συνεχίσει την πορεία της προς το φως είδε μπροστά της στο αχνό φως που έλουζε το χώρο, αφού είχε φτάσει πολύ κοντά στην έξοδο, μια μορφή. Μία γυναίκα στεκόταν ανάμεσα σε εκείνη και την πολυπόθητη έξοδο και ήταν πλέον φανερό πως δεν θα την άφηνε να βγει. Και πιθανότατα ούτε να ζήσει. Την πλησίασε με αργά βήματα και γονάτισε μπροστά της ώστε να βρεθούν στο ίδιο επίπεδο. Της σήκωσε το κεφάλι σπρώχνοντας με το δάχτυλο το πηγούνι της προς τα πάνω και την κοίταξε στα μάτια. Αν και το πρόσωπό της δε φαινόταν, εκείνη ένιωθε πως το «πλάσμα» που βρισκόταν μπροστά της και την κοιτούσε κατάματα όχι μόνο δεν την απειλούσε αλλά την συμπονούσε. Ένιωθε τη γυναίκα αυτή να της δίνει στοργή και αγάπη. Και τότε η γυναίκα την φίλησε απαλά στα χείλη και προτού εκείνη προλάβει να αντιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο, η γυναίκα σηκώθηκε όρθια και έκλεισε τις παλάμες της γύρω από το λαιμό της γονατισμένης κοπέλας. Η λαβή γινόταν όλο και πιο σφιχτή και το συναίσθημα που πριν ήταν στοργή είχε πια αντικατασταθεί από αγνό μίσος και απέχθεια. Η ανάσα της κοπέλας αντηχούσε κοφτή και γρήγορη στο χώρο σαν να βρισκόταν σε κάποιο διεστραμμένο οργασμό. Γνωρίζοντας πλέον πως θα πεθάνει, προσπάθησε να θυμηθεί τη ζωή της και όσα θα άφηνε πίσω.
Όμως δε βρήκε τίποτα. Γιατί δεν είχε τίποτα στ’ αλήθεια δικό της. Η ζωή της καθοριζόταν πάντα από τα «πρέπει» και ποτέ δεν δόθηκε ουδεμία σημασία στα «θέλω». Τα άτομα γύρω της δεν σήμαιναν τίποτα για εκείνη και έτσι τη είχαν όλα αφήσει μόνη. Η τελειομανία και η προσήλωση της στο να ζει βάσει σχεδίου την είχαν μετατρέψει σε ένα ον άβουλο που δεν είχε τίποτα να περιμένει από τη ζωή του και ως αποτέλεσμα όχι μόνο αρνούταν ή αδυνατούσε να τη ζήσει αλλά την χαράμιζε η ίδια μέρα με τη μέρα. Το χαμόγελό της είχε σβηστεί εδώ και χρόνια. Πέθαινε, και δεν θα άφηνε τίποτα πίσω της. Πέθαινε, και κανείς δε θα νοιαζόταν.
Μόλις τα συνειδητοποίησε αυτά και έκανε έναν υπερβολικά γρήγορο απολογισμό της ζωής της, τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της και να κατεβαίνουν στα μάγουλά της, πνίγοντάς την ακόμα περισσότερο. Θα πέθαινε χωρίς αντίσταση γιατί της άξιζε να πεθάνει. Όποια και αν ήταν εκείνη που τη σκότωνε, θα ήταν σίγουρα καλύτερη από εκείνη και θα της άξιζε περισσότερο η ζωή ακόμα και με ένα φόνο στα χέρια και τη συνείδησή της. Αφέθηκε στην ακούραστη λαβή στο λαιμό της και παραιτήθηκε. Δευτερόλεπτα προτού εκείνη  χάσει τις αισθήσεις της, η γυναίκα μάζεψε τα χέρια της  από το λαιμό της άλλης και τη άφησε να πέσει στο υγρό πάτωμα. Της γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς την έξοδο και έτσι το φως την έλουσε και φανέρωσε τη μορφή της. Προτού βγει από το χώρο γύρισε και κοίταξε την κοπέλα που πέθαινε και της χαμογέλασε. Και τότε εκείνη είδε. Είδε ένα πρόσωπο που αντίκριζε κάθε μέρα στη ζωή της, που άλλες φορές το αγαπούσε και άλλες το μισούσε. Είδε το πρόσωπο που έβλεπε στον καθρέφτη και το περιποιούταν. Είδε το δικό της πρόσωπο να την κοιτάζει να ξεψυχά και να της χαμογελά. Πρώτη φορά έβλεπε τον εαυτό της ανεξάρτητο από το μυαλό της. Πρώτη φορά έβλεπε τον εαυτό της ελεύθερο από τα δεσμά που η ίδια του έθετε και τον φυλάκιζε σε φυλακές από το πιο σκληρό υλικό. Πρώτη φορά έβλεπε τον εαυτό της να ζει, ενώ εκείνη πεθαίνει. Η γυναίκα βγήκε στο φως και εκείνη έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε.
Και έτσι πέθανε…
Η κοπέλα που ξύπνησε το πρωί ήταν μια άλλη κοπέλα από εκείνη που ήταν μόλις έπεσε για ύπνο την προηγούμενη νύχτα. Είχε μόλις ονειρευτεί τον εαυτό της να δολοφονεί με τα ίδια του τα χέρια τον εαυτό της. Η ζωή της ποτέ δε θα ήταν η ίδια. Στην πραγματικότητα, η ζωή της μόλις ξεκινούσε. Εκείνη είχε αναγεννηθεί και τα πρέπει, τα δεσμά, οι περιορισμοί και οι φυλακές που κυριαρχούσαν στη ζωή της είχαν πεθάνει μαζί με την κοπέλα στο όνειρο. Η παλιά της ζωή κειτόταν νεκρή σε ένα σκοτεινό χώρο μπροστά από το φως της νέας της ζωής, πλάι στο πτώμα του παλιού της εαυτού.
Και έτσι έζησε…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου