Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Fade Out (Τέλος)



Ονειρεύτηκες ποτέ μια νύχτα σαν αυτή;

Όπου ο άνεμος θα έδερνε ανεξέλεγκτα τα κορμιά μας ενώ εμείς θα ήμασταν χώρια;
Όπου τα κρεβάτια μας θα ήταν άδεια και τα σεντόνια πιο κρύα απ’ τον Θάνατο;
Όπου τα χέρια μας δεν θα ήταν πια ενωμένα και μάταια θα έψαχναν το ένα το άλλο;
Όπου τα δάκρυα θα εξατμίζονταν προτού καν πέσουν στο πάτωμα;
Όπου οι λέξεις θα πνίγονταν από τους λυγμούς και θα έχαναν κάθε νόημα;
Όπου οι σκέψεις θα πιάνονταν αιχμάλωτες από περιπλανώμενες αναμνήσεις;
Όπου τα φαντάσματα του «Εγώ» και του «Εσύ» θα αντάμωναν για μια τελευταία φορά;
Όπου θα δινόταν ένα τέλος κάτω από τους καπνούς και τις μουσικές;
Όπου η απόσταση μεταξύ μας πλέον θα ήταν ολοκληρωτικά αγεφύρωτη;
Και όπου η πόρτα ανάμεσά μας θα σφραγιζόταν για πάντα;

Μάθε λοιπόν:
Η κιθάρα πλέον δεν παίζει για εμάς.
Οι τοίχοι έχουν θαμπώσει.
Τα γέλια σώπασαν.
Το δάκρυα στέγνωσαν.
Η μυρωδιά έσβησε.
Το χιόνι έλιωσε.
Το φεγγάρι κρύφτηκε.
Η μορφή μου χάθηκε.
Το ίδιο και η δική σου.

Σε ρωτάω λοιπόν.
«Εγώ» ρωτάω «Εσένα».
Ονειρεύτηκες ποτέ μια νύχτα σαν αυτή;

Ονειρεύτηκες ποτέ το τέλος;



Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

People in Love



«Σ’ αγαπώ…»

Το να βλέπω ερωτευμένους ανθρώπους στον δρόμο ερεθίζει πάντα τόσο τη φωτεινή όσο και την σκοτεινή πλευρά των σκέψεών μου.

Τα ζευγαράκια φαίνονται τόσο αθώα. Τα χαμόγελά τους, τα βλέμματά τους όταν συναντιούνται, τα ενωμένα τους χέρια μπορούν να ξαναζωντανέψουν ακόμα και τον πιο μαραζωμένο κήπο μέσα στην καρδιά σου. Τα φιλιά που τους βλέπεις να ανταλλάζουν κάνουν  τα λουλούδια να ανθίζουν σαν την άνοιξη που ξαφνικά έδιωξε το χειμώνα από μέσα σου. Ακούς τα λόγια που προφέρουν ο ένας στον άλλο σαν ιερό ευαγγέλιο ή ποίημα κάποιου μεγάλου ρομαντικού ποιητή και κάτι αναβλύζει από μέσα σου, οι πεταλούδες στο στομάχι σου ξαναγεννιούνται και θυμάσαι τις δικές σου στιγμές.

Ναι, ήσουν κι εσύ ερωτευμένος. Κι εσύ χαμογέλασες σε κάποια, την κοίταξες βαθιά στα μάτια, της κράτησες το χέρι και την φίλησες. Οι αισθήσεις σου είχαν στήσει δικό τους χορό και τα συναισθήματά σου έσκαγαν σαν εκρήξεις και χρωμάτιζαν τον κόσμο γύρω σου. Η βροχή έπεφτε χρυσή από τα λευκά σύννεφα στον ουρανό σου. Ο Έρωτας είναι η πιο τρελή συναισθηματική κατάσταση για ένα ανθρώπινο ον, σαν μια πανέμορφη γυναίκα που τυφλώνεσαι από τη μορφή της. Γιατί όμως σε τύφλωσε τόσο πολύ ώστε δεν είδες πως τα σύννεφα άρχισαν να μαυρίζουν…;

Το πιο κοφτερό λεπίδι είναι τα λόγια . Στην δύση του ηλίου, δεν είναι τα φιλιά ούτε τα βλέμματα που θα μετανιώσεις ότι  έδωσες. Είναι τα λόγια που ξεστόμισες, οι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης που έδωσες και δεν θα καταφέρεις ποτέ να κρατήσεις. Όταν τις έδινες τις πίστευες και τώρα που ο έρωτας ξεθώριασε σαν παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία βλέπεις  πόσο παιδιάστικες και αφελής ήταν. Σχεδόν παραμυθένιες. Το «για πάντα» δεν υπάρχει. Το «σ’ αγαπώ» γίνεται σκόνη και το παίρνει ο άνεμος της λησμονιάς. Και αν τα γνωρίζεις όλα αυτά ενώ δίνεις αυτές τις υποσχέσεις, το ψέμα και η υποκρισία σκίζουν βίαια τον λαιμό σου καθώς βγαίνουν οι λέξεις. Το τέλος είναι αναπόφευκτο. Όμως κάθε καινούργια αρχή δεν είναι παρά το τέλος μιας προηγούμενης αρχής.

«Σ’ αγαπώ…»
Έπρεπε να ανταποδώσεις. Η κοπέλα σου στο φώναξε απόψε τα μεσάνυχτα όταν χωριζόσασταν για να γυρίσετε σπίτια σας. Δεν της απάντησες. Εγώ την άκουσα, και απάντησα σιγανά «Και αυτός σ’ αγαπάει». Έπρεπε να το έχεις πει εσύ. Πιθανότατα στο μέλλον θα το μετάνιωνες. Όμως, κάποια πράγματα αξίζει να τα κάνεις ακόμα και αν ξέρεις πως θα τα μετανιώσεις.

 Και ο Έρωτας είναι ένα από αυτά.



Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

All Alright


Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά.
Τουλάχιστον όχι μέσα μου.
Κάποτε ήθελα να αλλάξω τα πάντα. Και θα το έκανα.

Ο δρόμος ήταν μουντός και σκοτεινός, όμως εγώ θα τον έβαφα. Διάολε, ακόμα και αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω το αίμα μου για χρώμα, εγώ θα τον έβαφα.
Θα έσπαγα το σκοτάδι που με τρομοκρατούσε και έσφιγγε σαν παγωμένο χέρι την καρδιά μου. Θα απελευθερωνόμουν από τη λαβή του ακόμα και αν χρειαζόταν να ανάψω φωτιά στο κορμί μου και να γίνω εγώ το φως.
Θα μεταμόρφωνα τις νυχτερίδες που πετούσαν σπασμωδικά γύρω από εκείνη τη σκονισμένη λάμπα του δρόμου σε πολύχρωμες πεταλούδες.
 Θα έδινα πνοή από την πνοή μου στα μαραμένα λουλούδια στην άκρη του πεζοδρομίου για να ξαναποκτήσουν  το ζωηρό τους χρώμα.
Θα άλλαζα τις στάχτες του τσιγάρου μου με χρυσή σκόνη που θα μου δώριζε κάποια ευγενική νεράιδα επειδή με λυπόταν.
Θα έκανα τους Δαίμονες που με περίμεναν ανυπόμονα να τους δοθώ να τυλιχθούν μέσα στα ξεσκισμένα τους φτερά και να βγουν από μέσα φωτεινοί άγγελοι.
Θα άγιαζα τις κατάρες που με βάραιναν, σαν πέτρες στις τσέπες μου ενώ βυθιζόμουν σε θάλασσες δίχως ζωή, και θα γίνονταν ευλογίες.
Θα έδιωχνα τα γνώριμα Φαντάσματα που με ακολουθούσαν σαν μόνιμη παρηγοριά σε κάθε μου στιγμή για να δώσω τη θέση τους στα καινούργια.
Κάποτε ήθελα να αλλάξω τα πάντα. Και θα το έκανα.
Μπορεί να μου πήρε πολύ καιρό.
Όμως είναι πολύ ωραίο να μπορείς να λες πως είσαι καλά.
Και, ξέρεις κάτι…;
Είμαι καλά.
Είναι όλα καλά.

*Τελευταίες γραπτές σκέψεις-απολογισμός  για το 2011. Καλή Πρωτοχρονιά και Καλή Χρονιά*

 

 

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Σιωπή


Κοιταζόμαστε με βλέμμα κενό.
Αναρωτιέμαι τι βλέπεις όταν με κοιτάς.
 Πάω στοίχημα πως κι εσύ αναρωτιέσαι τι βλέπω εγώ.
Οι λέξεις έχουν στερέψει καιρό τώρα, όλες καταναλώθηκαν και πέταξαν μακριά. Κάποτε πετούσαν σαν πολύχρωμες πεταλούδες στα λουλούδια που ανταλλάσαμε, πλέον όμως ανοίγουν μαύρα φτερά σαν κοράκια και τρέφονται με το κουφάρι των συναισθημάτων μας.
Οι αισθήσεις έχουν όλες μουδιάσει. Η όραση έχει χαθεί πίσω από δάκρυα που στολίζουν τις βλεφαρίδες σαν μπάλες σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η αφή έχει νεκρώσει μετά από όλες τις φορές που αγγίξαμε ο ένας το φλεγόμενο κορμί του άλλου και καήκαμε προκειμένου να αναγεννηθούμε από τις στάχτες. Η ακοή εξαντλήθηκε από όρκους και ποιητικές εξομολογήσεις που βούτηξαν σε θάλασσα δίχως πάτο και αφέθηκαν να βυθίζονται αιώνια. Η γεύση αλλοιώθηκε από τα αμέτρητα τσιγάρα αφού εξερεύνησε κάθε πτυχή των κορμιών μας και δεν άφησε τίποτα καινούργιο. Και η όσφρηση συνήθισε τόσο πολύ στο άρωμά μας που μας εγκατέλειψε για να ταξιδέψει στις νέες μυρωδιές του επόμενου έρωτα.
Η σιωπή δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Κάποιες φορές είναι προτιμότερο να παραμένουμε σιωπηλοί παρά να προσπαθούμε μάταια να γεμίσουμε την απόσταση μεταξύ μας με άσκοπα λόγια. Η σιωπή όμως που δεν υποφέρεται είναι εκείνη που μέσα της κρύβει όλα όσα θέλουμε να ξεχάσουμε.

Υποσχέσεις αστείρευτης αγάπης που δεν κρατήθηκαν ποτέ από καμία μεριά. Ψέματα που σαν ξυράφια πλήγωσαν την σάρκα του «εμείς»  και απομάκρυναν οριστικά το «εγώ» από το «εσύ». Παγωμένα  φιλιά, αδιάφορα αγγίγματα και δίχως συναίσθημα γαμήσια που έφθειραν τα αγγελικά φτερά που φορούσαμε και μας έριξαν σταδιακά στην προσωπική μας κόλαση.

Και τώρα η φλόγα του κεριού μας έχει σβήσει, αφού ο άνεμος του χρόνου την έκλεψε και την διεκδίκησε ξεδιάντροπα και βίαια. Η αυλαία πέφτει δίχως χειροκρότημα και ένας ένας οι θεατές αποχωρούν σιωπηλά με σκυφτό το κεφάλι, όπως τα «σ’ αγαπώ» που έχασαν τον δρόμο τους και έγιναν φαντάσματα που θα μας στοιχειώνουν για πάντα τα όνειρα και τις αναμνήσεις.
Και τώρα τα φώτα σβήνουν.
Με κοιτάζεις.
Σε κοιτάζω.
Σκοτάδι…


Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μέθη


Αυτή τη νύχτα, αυτή τη στιγμή, θέλω να μεθύσω. Να πιω εξωφρενικές ποσότητες μέχρι που το αίμα μου να αντικατασταθεί πλήρως από τεκίλα. Το κάψιμο δεν θα είναι παρά μόνο μια γλυκιά ζεστασιά, το μοναδικό άγγιγμα παρηγοριάς στην τρελή μου μοναξιά. Απόψε θέλω να γίνω χώμα. Κι έχω λόγους.

Θέλω να σταματήσω να είμαι εγώ. Θέλω να πάψω να σκέφτομαι, να μην έχω πλέον σωματικά την δυνατότητα να σκεφτώ τα λάθη που έκανα και όλα αυτά που πρόκειται να κάνω είτε στα επόμενα πέντε λεπτά είτε στα χρόνια που θα έρθουν και τα φοβάμαι. Θέλω να πω στην περηφάνια μου να πάει να γαμηθεί και να παραδεχτώ τα πάντα, όσα έκανα και θέλω να πάρω πίσω. Θέλω επιτέλους να καθαρίσει το αίμα από τα χέρια μου και να φύγουν όλες οι αποδείξεις των πράξεών μου. Θέλω να μετανιώσω για μια φορά στη ζωή μου χωρίς να ντραπώ γι’ αυτό.

Θέλω να πάρω μαλακισμένες αποφάσεις τις στιγμής. Δίχως ηθική, δίχως φόβο, δίχως καμία ιδιαίτερη σκέψη. Και συνήθως αυτές είναι και οι πιο σωστές αποφάσεις που εγώ μπορώ να πάρω, η σκέψη είναι που μου στέκεται εμπόδιο. Θέλω να πάρω τηλέφωνο πολύ συγκεκριμένα άτομα και να τους τρίψω επιτέλους στη μούρη την ευθύνη τους για τις πληγές που μου άφησαν στο πέρασμά τους από την ζωή μου, σαν πελάτες που έχυσαν στα σεντόνια ενός μπουρδέλου και άφησαν άλλον να καθαρίσει.  Θέλω να μάθουν όλοι ότι έβαλαν ο καθένας το λιθαράκι του, καλό ή κακό, προκειμένου να χτιστεί το «εγώ» μου. Και θέλω να ακούνε τη φωνή μου να τους το λέει. Θέλω να πάρω την απόφαση αυτή και να μην την μετανιώσω.
Θέλω να πω σε μια τυχαία γυναίκα στο μετρό ότι είναι πανέμορφη και να μην παρεξηγηθώ. Θέλω να σταματήσω να είμαι μίζερος για λίγο και να κάνω τον κόσμο να νιώσει καλά ακόμα και αν δεν του αξίζει. Θέλω να πιάσω κουβέντα με κάποιον σε μια στάση  και να μπορέσω να του εκμυστηρευτώ κάθε μου πρόβλημα χωρίς να τρομάξει και να φύγει. Ξέρεις, είναι πολύ πιο εύκολο να ανοίξεις την καρδιά σου και τα εσώψυχά σου σε έναν παντελώς άγνωστο γιατί ακόμα και αν τρομάξει με τα σκοτάδια που θα ξεδιπλωθούν, ξέρεις πως δεν θα τον ξαναδείς ποτέ ώστε να χρειαστεί να τον αντιμετωπίσεις. Και… θέλω να πω σε μια συγκεκριμένη Κάποια να μην κλάψει ποτέ γιατί λατρεύω τα μάτια της χωρίς να φανώ τρελός.
Θέλω να πω στους φίλους μου πόσο μου λείπουν. Είμαστε «άντρες» εμείς και δεν τα κάνουμε αυτά. Γι’ αυτό λοιπόν θέλω να μεθύσω και να πω κλαίγοντας σε όλους αυτούς ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ τα χρόνια που ο δρόμος μας ήταν ένας, προτού καταστραφεί και αυτό. Τα γέλια τους θα μείνουν όλα για πάντα μέσα μου σαν ιερά φυλαχτά και τα στέκια μας θα τα επισκέπτομαι σαν ναούς που χτίσαμε όλοι μαζί με τα παιδικά μας όνειρα. Και θέλω να πω στον βασιλιά, ότι τον αγαπώ.
Θέλω να μην μπορώ να στηριχτώ στα πόδια μου. Θέλω να μην βλέπω μπροστά μου. Θέλω να παραδοθώ στην πρώτη τυχαία ηδονή που θα μου προσφερθεί και να μην νιώσω τίποτα. Θέλω να μην νιώθω τίποτα με την αφή μου και να μη μυρίζω τίποτα με την όσφρηση, μονάχα το κρύο θέλω να μπορώ να μυρίζω και τίποτε άλλο. Θέλω η μόνη μου γεύση να είναι η τεκίλα και ο καπνός. Θέλω να παίξω μεθυσμένη μουσική. Να μην έχω ιδέα τι στα σκατά παίζω στην κιθάρα και να τραγουδάω φάλτσα χωρίς να προσπαθώ να χαϊδέψω τα αυτιά κανενός, απλώς να ξερνάω το κάθε συναίσθημα από μέσα μου προκειμένου να μην με πνίξει ο ίδιος μου ο εαυτός. Θέλω να γράψω ακατανόητα κείμενα και στίχους τραγουδιών που δεν θα τραγουδηθούν ποτέ, ποιήματα ενός απελπιστικά ρομαντικού τύπου που δεν ξέρει να αγαπάει.
Θέλω να ζητήσω την μεγαλύτερη συγγνώμη που θα μπορούσα σε δύο ανθρώπους. Εκείνον κι Εκείνη, που δεν είμαι αυτό που θα έπρεπε και που ποτέ δεν πρόκειται να γίνω. Συγγνώμη…

Απόψε θέλω να μεθύσω λοιπόν και να τα κάνω ΟΛΑ αυτά. Και το πρωί να μετανιώνω ψάχνοντας τα άντερά μου σε κάποιο κρύο πάτωμα.
 Όμως το άλλο πρωί φαίνεται τόσο μακριά αυτή τη στιγμή…
Τέλος, θέλω ένα τελευταίο πράγμα.
Απόψε θέλω να κάνω παρέα με τους δαίμονές μου και έρωτα με τα φαντάσματα...




Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Ανατολή


Η ώρα είναι 5:25 το ξημέρωμα Παρασκευής, 24 Ιουνίου. Τη στιγμή που γράφω τις λέξεις αυτές βρίσκομαι καθισμένος στο μπαλκόνι μου στον πέμπτο όροφο, ενώ πίσω από την οθόνη του υπολογιστή είναι το σημείο απ’ όπου ο ήλιος ξεπροβάλλει δειλά και σταδιακά πίσω από τον Υμμητό. Ήξερα ήδη από ποιο ακριβώς σημείο ανατέλλει ο ήλιος μιας και έχω ξαναβρεθεί σε αυτή τη θέση. Και εσύ που διαβάζεις, πίστεψέ με φίλε μου, αυτή η θέση είναι αν όχι η καλύτερη, σίγουρα η πιο οπτικά όμορφη και γεμάτη συναισθήματα που έχω ζήσει ποτέ.
Αν δεν το ζήσεις και εσύ, βέβαια, δεν θα μπορέσεις να αντιληφθείς γιατί βρίσκω αυτή τη σκηνή τόσο όμορφη ώστε να με ωθεί να γράψω για αυτή. Τα συναισθήματα και οι σκέψεις όμως με πλημμυρίζουν και κάπως πρέπει να βγουν από μέσα μου. Η αλήθεια είναι πως βρίσκομαι σε απογοήτευση τις τελευταίες μέρες και δεν υπάρχει λόγος να κρυφτώ, σκόπευα αυτή να είναι ακόμα μία μίζερη νύχτα με κλάμα και λύπηση. Μία έξοδος όμως στο μπαλκόνι στις 5 η ώρα περίπου μου άλλαξε αυτόματα τη γνώμη. Αρχικά είδα το σκοτάδι της νύχτας να έχει αρχίσει να υποχωρεί. Ακολούθησα με το βλέμμα μου το ξεθώριασμά του προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση μέχρι που έφτασα σε εκείνο το σημείο απ’ όπου ήξερα πως θα ερχόταν το φως της ημέρας. Ανάμεσα στην κορυφογραμμή του βουνού και το αχνό σκοτάδι βρισκόταν μια λάμψη πορτοκαλί και ροζ φωτός. Η λάμψη αυτή όσο περνά η ώρα κα εγώ γράφω επεκτείνεται, διώχνοντας ευγενικά τη νύχτα. Ο ήλιος δεν έχει βγει ακόμα αλλά αυτό είναι που κάνει την εικόνα ακόμα πιο όμορφη και γεννά μέσα μου την προσμονή. Δεν φοράω κάτι από πάνω, δεν ντρέπομαι τίποτε. Θέλω να νιώσω το αεράκι στο σώμα μου, να ενωθώ με την εικόνα που εξελίσσεται κάθε δευτερόλεπτο που περνά. Η πόλη έχει αρχίσει να ξυπνά, παντζούρια ανοίγουν και τα πουλιά έχουν αρχίσει εδώ και ώρα να κελαηδούν. Παρ’ όλα αυτά, νιώθω πως είμαι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που δεν κοιμάται. Ακόμα καλύτερα, νιώθω ο μόνος ζωντανός άνθρωπος αυτή τη στιγμή. Τίποτα δε βασανίζεται μέσα μου τώρα, κάθε άσχημο συναίσθημα, κάθε αρνητική σκέψη έχει καταλαγιάσει και έχει υποκλιθεί και αυτή στο αποκορύφωμα της ομορφιάς και της γαλήνης. Η ελπίδα ανοίγει τα μάτια της και μου ψιθυρίζει στο αυτί πως οτιδήποτε και να συμβεί στη ζωή δεν είναι τίποτα μπροστά στη ζωή την ίδια. Μπορεί να υπάρχουν χίλια δυο προβλήματα στον κόσμο, ο κόσμος όμως είναι πάρα πολύ όμορφος. Απλά πρέπει να ξέρεις πότε να τον κοιτάξεις, όχι στα δελτία των ειδήσεων. Καλώς ή κακώς ο κόσμος ξέρει να κρύβει το καλό του πρόσωπο πάρα πολύ καλά, εάν όμως καταφέρεις να το δεις όταν το φανερώνει, είναι μια εμπειρία που χαράσσεται στο μυαλό και την ψυχή σου και δεν το ξεχνάς ποτέ.
Η γοητεία της νύχτας είναι αληθινά τρομακτική. Για όσους  επιλέγουμε να τη ζούμε με το να κοιμόμαστε άκυρες ώρες, είναι δίκοπο μαχαίρι. Το αντάλλαγμα που πρέπει να πληρωθεί για να ζήσουμε την απόλυτη σιγή και μοναξιά είναι η αναπόφευκτη μελαγχολία που έρχεται μαζί. Μόλις όμως ο ήλιος αρχίσει να ανατέλλει, το φως μαζί με το σκοτάδι διώχνει και κάθε αρνητικό της νύχτας. Τότε, για τη μια περίπου ώρα που χρειάζεται μέχρι το φως να κυριαρχήσει τελείως, δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό. Για αυτή λοιπόν την ώρα, το χαμόγελο στα χείλη σου είναι αναπόφευκτο και ασυνείδητο. Απλά χαμογελάς. Γιατί είσαι χαρούμενος, ήρεμος και γαλήνιος. Γιατί βλέπεις κάτι που δεν βλέπεις κάθε μέρα και που όσες φορές και να το δεις, πάντα σου αφήνει όλο και μια πιο γλυκιά γεύση και σου δίνει τη δύναμη που χρειάζεσαι για να δεις τη ζωή σου από άλλη οπτική γωνία και να συνεχίσεις για μια ακόμη μέρα. Τι άλλο χρειάζεσαι;
Η ώρα τώρα είναι 6:05 το ξημέρωμα Παρασκευής, 24 Ιουνίου. Είμαι ο ίδιος άνθρωπος με αυτόν που ξεκίνησε να γράφει στις 5:25, νιώθω όμως τελείως διαφορετικός. Αλλά όπως είπα, αν δεν το ζήσεις κι εσύ δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβεις τι εννοώ.


Η Φωτιά


Έδιωξα τον άγγελό μου. Του είπα ψέματα πως πλέον δεν τον χρειάζομαι, δεν χρειάζομαι πια φύλακα. Τον έστειλα να τραγουδήσει τα τραγούδια του σε κάποιον καινούργιο. Τον έπεισα πως δεν υπάρχει θέση στο πλάι μου για αυτόν. Και τότε εκείνος έκλαψε αίμα και εγώ γέλασα. Γέλασα όσο δεν είχα γελάσει ποτέ στη ζωή μου και τον χλεύασα δίχως δισταγμό. Σκούπισε το αίμα από το πάλλευκο πρόσωπό του, με κοίταξε με μάτια θολωμένα από οίκτο και αφού μου γύρισε την πλάτη, τίναξε τα περήφανα φτερά του και αποκολλήθηκε από τη γη κατευθυνόμενος προς τον χρυσαφένιο ήλιο. Στο σημείο από όπου ξεκίνησε την άνοδό του έπεσαν απαλά δύο πούπουλα από τις μεγαλόπρεπες φτερούγες που κοσμούσαν τη ράχη του. Έσκυψα και τα μάζεψα, τα κράτησα σαν φυλαχτό. Κομμάτι της ψυχής μου…
Έσπασα τις κιθάρες μου. Σήκωσα με στοργή την πρώτη μου κιθάρα, την ταστιέρα της οποίας είχα ποτίσει με το αίμα των δακτύλων μου, όπως μία μάνα σηκώνει στην αγκαλιά το νεογέννητο παιδί της και χάιδεψα το ξύλο της. Κι εκείνο ανταπέδωσε το χάδι γεμίζοντάς με αναμνήσεις, απογοητεύσεις και επιτυχίες. Λύπη και χαρά. Θάνατο και Ζωή. Την φίλησα με νοσταλγία και δίχως να διστάσω στιγμή την έφερα με όλη μου τη δύναμη στη δεύτερη κιθάρα μου, το όνειρο της βιτρίνας επί δύο χρόνια. Στη σύγκρουση τα ξύλα έσπασαν, σκόνη σκόρπισε στον αέρα και σκλήθρες εκτοξεύτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Υπήρξε ήχος. Σάπιες μελωδίες, κατεστραμμένοι σκοποί, απροσδιόριστος θόρυβος και διαστρεβλωμένα κύκνεια άσματα των οργάνων. Οι κιθάρες έπεσαν με γδούπο στο πάτωμα αγκαλιασμένες στην παρακμή και το θάνατο σαν σχιζοφρενείς εραστές που αυτοκτόνησαν μαζί. Πήρα στα χέρια μου τα ξύλινα κουφάρια που ακόμα μύριζαν από τη ζωή που πριν λίγο τα διέτρεχε και ξήλωσα βίαια τις χορδές και από τα δύο όργανα. Τις μάζεψα σαν φυλαχτό. Κομμάτι της ψυχής μου...
Έσκισα τα χαρτιά μου. Κάθε μου κείμενο, κάθε ποίημα και κάθε στίχο. Και κάθε ζωγραφιά. Χαρτιά στα οποία είχα εναποθέσει τμήματα του εαυτού μου, κάθε χαρτί και ένα ξεχωριστό  κομμάτι. Ζούσα μέσα σε κάθε λέξη, κάθε γράμμα, κάθε τόνο, κάθε τελεία, κάθε γραμμή και κάθε λεκέ από τα δάκρυά μου. Ζούσα στο μελάνι, τον γραφίτη και το κάρβουνο που έντυναν τις άψυχες λευκές κόλλες και τους έδιναν ζωή. Τη δική μου ζωή. Μέσα από αυτά τα χαρτιά το «Εγώ» μου θα συνέχιζε ακόμα την ύπαρξή του ακόμα και όταν το σώμα μου θα σάπιζε μονάχο. Όχι όμως πια. Τώρα όλα θα χαθούν μαζί μου. Τα ξέσκισα πρώτα στα δύο, μετά στα τέσσερα και συνέχισα μέχρι να μην μπορώ να τα κομματιάσω περισσότερο. Κράτησα τα αμέτρητα λευκά κομματάκια του εαυτού μου στη χούφτα μου και τα μάζεψα σαν φυλαχτό. Κομμάτι της ψυχής μου...
Η Φωτιά. Πάντα την είχα στα χέρια μου και ποτέ δεν ήξερα πώς να τη χειριστώ. Προσπάθησα να το ελέγξω, αλήθεια, όμως η δύναμή της ήταν πάντοτε πιο δυνατή από τη δική μου. Έπαιξα ένα παιχνίδι εξ’ αρχής χαμένο με ψεύτικες ελπίδες να νικήσω, κάτι που φυσικά δεν έγινε ποτέ. Έκαψα τους Φίλους μου. Τους έκαψα έναν έναν  μόνο για να δω τη Φλόγα να γεννιέται και να ζει. Εκείνοι καίγονταν ενώ εγώ τους παρακολουθούσα ασυγκίνητος και γελούσα. Υπέφεραν, κι εγώ γελούσα. Κάποια στιγμή όμως η Φλόγα πέθανε κι εγώ έμεινα μόνος. Η Φωτιά με νίκησε.
Τα Κομμάτια της Ψυχής μου. Τα συγκέντρωσα όλα μαζί και τα άφησα στο πάτωμα. Δύο φτερά από τον Φύλακα Άγγελό μου, οι Χορδές από τις Κιθάρες μου και τα Γραπτά Κομμάτια του Εαυτού μου. Τα πότισα με οινόπνευμα και άναψα τον αναπτήρα. Για άλλη μια φορά θα έβλεπα τη Φωτιά να γεννιέται και να ζει. Έκαψα τους Φίλους μου και έμεινα μόνος. Τώρα, θα κάψω την Ψυχή μου. Το Εγώ μου. Και μόλις η Φλόγα πεθάνει, θα γίνω σκόνη. Θα γίνω μια ανάμνηση, ένα όνειρο ή εφιάλτης, μια ευλογία ή μια κατάρα. Θα λυτρωθώ…  Άναψα τη Φωτιά και της ξαναέδωσα Ζωή.
Κοίταξα τον καθρέφτη και ψέλλισα «Νομίζω πως πεθαίνω…»
Και το είδωλο απάντησε «Μα είσαι ήδη νεκρός…»